Μεγαλες μέρες είχε αυτή η βδομάδα.
Έγιναν πολλά πράγματα. Χαρούμενα.
Απο την αρχή όμως.
Ήταν Δευτέρα πρωί και εγώ κοιμόμουνα. δε ξέρω τί γινόταν τότε, μέχρι που χτύπησε ένα τηλέφωνο. Ένα ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ τηλέφωνο που μ'εκανε να τιναχτώ κάπως περίεργα απο το μαξιλάρι σε λίγα εκατοστά πάνω απο αυτό, πέφτωντας ξανά με δύναμη πάνω του συν έναν πονοκέφαλο πάνω απο το αριστερό φρύδι. Και νεύρα. Πολλά νεύρα γαμώτο. Ξέρω, έχεις συγκλονιστεί τόσο απο το πόσο πολλά γίνανε αυτή τη βδομάδα που τρέμεις στη σκέψη οτι παρακάτω μπορεί να γίνει καλύτερο. Ανατριχιάζεις και ανυπομονείς. Το παράκανα? Ναι. Αρκετά? Ναι. Τότε πάμε. Ξανά δε θυμάμαι τί έκανα αλλά κάθησα πολλές ώρες στον υπολογιστή γιατί είχε σκατόκαιρο και εγώ νύσταζα. Συνεχώς. Μέχρι πουυυυ... χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο "ας τον πούμε Χ" και μου'πε να πάω εκεί που θα πάει και ιστορίες. Δέχτηκα σαφώς. Όχι πως δεν λυπήθηκα που μια τέτοια μέρα αντί να σαπίσω ΚΙ ΑΛΛΟ μέσα στο σπίτι βγήκα έξω αλλά υπάρχουν και αυτά μες'στη ζωή. Τί να γίνει! Σ'αρεσε η Δευτέρα? Κι εμένα.
Ήταν Τρίτη πρωί - ίσως και μεσημέρι - και εγώ κοιμόμουνα. δε ξέρω τί γινόταν τότε, μέχρι που χτύπησε ένα τηλέφωνο. Ένα ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ τηλέφωνο που μ'εκανε να τιναχτώ κάπως περίεργα απο το μαξιλάρι σε λίγα εκατοστά πάνω απο αυτό, πέφτωντας ξανά με δύναμη πάνω του συν έναν πονοκέφαλο πάνω απο το αριστερό φρύδι. Και νεύρα. Πολλά νεύρα γαμώτο. Το απόγευμα περπάτησα νομίζω και χόρεψα. Μόνη μου. Γιατί έτσι μ'αρέσει. Και άκουσα καμιά κατοσταριά διαφορετικά τραγουδάκια και απομνημόνευσα τα 5. Καλά είναι πιστεύω. Μετά βγήκα πάλι και δε θυμάμαι που πήγα. Και η βδομάδα σταμάτησε να κυλάει. Λοιπόν... τη Τετάρτη τί να κάνουμε?
Τέλος
Thursday, November 5, 2009
Θυμάμαι που σηκώθηκες και με κουρασμένο βήμα πήγες να φέρεις την κιθάρα.
Θυμάμαι τα βράδυα δίπλα στο τζάκι όταν έξω γινόταν χαλασμός εμείς να ανάβουμε κεριά και να γελάμε με ανατριχιαστικές αληθινές ιστορίες.
Γελούσαμε απο νευρικότητα το ξέρω.
Εκείνα τα βαθιά ζεστά ρίγη που μας προκαλούσε η φωνή σου δεν θα φύγουν με τίποτα απο μέσα μου. Ποτέ.
Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν χορταίναμε μουσική, φαγητό, κρασί και λίγο καπνό απ'το δωμάτιο ανεβαίναμε τις σκάλες βαριεστημένα γιατί ήταν η ώρα του ύπνου.
Κάτι τέτοια βράδυα θα'θελα να μην τελειώνανε ποτέ.
Αλήθεια στο λέω.
Όχι όλα, αλλά πολύ συγκεκριμένες σκόρπιες μισοτελειωμένες αναμνήσεις παιδικές μου.
Κάθησες ύστερα που λες κατάχαμα στο παρδαλό χαλί μας και τα μαξιλάρια στον τοίχο, και άρχισες να μουρμουρίζεις κάτι μελωδίες ανακατεμένες θυμίζοντάς μου τουλάχιστον 4 διαφορετικούς δίσκους. Πιάνεις την πένα και αρχίζεις να μας γεμίζεις το κεφάλι νότες που ακόμα και αυτή τη στιγμή ηχούν σαν κρύσταλλο στα αυτιά μου.
Και δε πα να'τανε το πιο λυπήτερο και πεθαμενατζίδικο τραγούδι.
Εσύ το λάτρευες.
Μα τότε κάτι στη φωνή σου άλλαζε, λες και γινόταν πιο βαθιά, πιο αργή, πιο δύσκολη, κι εμάς μας έφερνε χαρά και γέλιο.
Τώρα δε ξέρω γιατί. Ακόμα δεν καταλαβαίνω κάποια πράγματα ~ μα ίσως να μη θέλω.
![]()
Tuesday, November 3, 2009
Where many have died, and where you will breathe your final breath
Your pulse starts to quicken, blood runs to your head
You start to feel sick by the thought of becoming dead
Scream murder, he's coming for you
Blade in his hand, he knows what to do, yeah
Scream murder, what can you do?
No one to help, it's just him and you
He brings harm to your senses of fear
A feeling that will not disappear, as the bells of midnight toll
Where can you run to? Where can you hide?
This feeling has built up inside
He's gonna take it all away!!!!!!
How his alley resembles the morgue
Can you hear the pounding of the doors?
That is his house, he's gonna get you today
Scream murder! The last words you say
Scream murder, he's coming for you
Blade in his hand, he knows what to do, yeah.
Scream murder, what can you do?
No one to help, it's just him and you
H's gonna get you! Alright!!
No!!!!!!! No!!!!!! Get away!!!!!!!!!
No!!!!!!! No!!!!!!!!!!!!!!! No!!!!!!!!!
Monday, November 2, 2009
Saturday, October 31, 2009
Ένιωσα την γνωστή ανάγκη για έρωτα. Την απεγνωσμένη φυγή μέσα απο τις λέξεις σε ένα κατάλευκο φόντο. Εδώ είμαι, μου φωνάζει κάποιος απο μακρυά. Μια φωνή που μου ακούγεται οικεία και πλέον όμως δεν μου θυμίζει τίποτα. Ξανανιώθω εκείνο το αδειανό μονοπάτι κάπου μέσα μου να με ρουφάει. Εμένα και ό,τι αποτελεί το άτομό μου. Είναι τόσο δυνατό και σκοτεινό, μα δεν με τρομάζει. Μαθαίνω να αντιμετωπίζω τον φόβο, μαθαίνω να κοιτάζω στα μάτια την εκτυφλωτική αυτή λάμψη του Λευκού συνοδευόμενη πάντα απο κάποιον στίχο. Ή έστω ήχο. Για κάποιους και Ηχώ. Μα Λευκή Ηχώ? Που βρίσκεσαι?
Σε νιώθω...
Ξανά αυτή η παγωμένη φωνή με την βαριά χροιά... Κλείνω τα μάτια με τόση επιμονή να μην βλέπω τίποτα, που δακρύζω απ'τη προσπάθεια. Τα ανοίγω και βρίσκομαι αλλού. Η σκέψη μπορεί να κάνει πράγματα μαγικά τελίκά. Κι ας μην το θέλεις εσύ, δεν έχει σημασία. Οι συνειρμοί σου φταίνε για όλα, να μου το θυμηθείς. Σε σέρνουν απο το άπειρο σε σένα, και απο το εδώ στο πουθενά. Με το έτσι θέλω, και αυτό να το θυμάσαι, καρδιά μου.
Σου δίνω εικόνες και το ξέρω. Μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις σωστά? Μπορείς να με νιώσεις όπως με νιώθει η φωνή αυτή που ακονίζει τα αυτιά μου? Ταλαιπωρημένα βήματα σέρνουν στο διάβα τους μια αγάπη παλιά - βυθισμένη στα άδυτα του μυαλού μου μυστικά.



